Ομάδα Διαφορετικότητας ΔΗΠΕΘΕ – Ιστορία ΙΙΙ

Ένα κυριακάτικο ηλιόλουστο πρωινό, μόλις είχε έρθει η άνοιξη, τρία αδέλφια ξεκίνησαν για μια βόλτα στο δάσος. Αποφάσισαν να πάρουν τον χαλικόστρωτο δρόμο, που ήταν γεμάτος με όμορφα δέντρα και διάφορους θάμνους και από την μυρωδιά και μόνο καταλάβαινες ότι έχει μπει η άνοιξη.

Περπατούσαν για αρκετή ώρα και θαύμαζαν τις ομορφιές της φύσης , ώσπου κάποια στιγμή έφτασαν σε ένα μικρό λιβάδι που δεν έχει θάμνους μα ούτε λουλούδια. Το λιβάδι αυτό ήταν γεμάτο αγριόχορτα και έμοιαζε σαν να μην είχε προλάβει η άνοιξη να φτάσει μέχρι εκεί και ο ήλιος δεν είχε κάψει αρκετά ώστε να φυτρώσουν τα μπουμπούκια των λουλουδιών.

Τα παιδιά άρχισαν να εξερευνούν και από μακριά είδαν ότι στο κέντρο του λιβαδιού υπήρχε ένα λουλούδι, ένα όμορφο λευκό κρινάκι, που είχε ήδη ξεκινήσει να ανθίζει και στεκόταν εκεί ολομόναχο. Άρχισαν να πλησιάζουν και όταν είχαν φτάσει πολύ κοντά άκουσαν κάτι πρωτόγνωρο και κοιτάχτηκαν καλά μεταξύ τους. Τότε λέει το μεγαλύτερο από τα αδέλφια, ένα ψηλό αγόρι με ξανθά μαλλιά: Το ακούτε και εσείς αυτό; Τα αλλά δυο κούνησαν καταφατικά το κεφάλι. Αυτό που άκουγαν ήταν το κλάμα του λουλουδιού, που ήταν θλιμμένο γιατί ήταν το μοναδικό που είχε βγει σε ολόκληρο το λιβάδι.

Κοιτάζοντας καλύτερα είδαν γύρω του μικρά ζουζούνια, μια πασχαλίτσα, μια πεταλούδα, δυο μικρές κάμπιες, μια μικρή παρέα μυρμηγκιών και ένα κατάμαυρο σκαθάρι, που είχαν μαζευτεί γύρω από το λουλούδι για να το παρηγορήσουν. Μην στεναχωριέσαι του είπε η πασχαλίτσα, εγώ που κάθε χρόνο τέτοια εποχή είμαι εδώ έχω προσέξει ότι πάντα ένα λουλούδι φυτρώνει πρώτο και το σκαθάρι συμπλήρωσε ότι σε λίγο καιρό θα εμφανιστούν και τα υπόλοιπα λουλούδια και θα πάψει να είναι μόνο.

Τα παιδιά είχαν μείνει με τα μάτια ορθάνοιχτα, δεν περίμεναν ότι σε αυτή την βόλτα τους θα τους συνέβαινε κάτι τόσο εξωπραγματικό. Το μικρότερο αγόρι, με κόκκινα μαλλιά και φακίδες στο πρόσωπο, είπε στο λουλούδι: «δεν έχω ξανά δει λουλούδι να μιλάει και μου φαίνεσαι παράξενα όμορφο. Μπορούμε να κάτσουμε και εμείς εδώ μαζί σας για περισσότερη παρέα αλλά μέχρι το απόγευμα πρέπει να ξεκινήσουμε για το σπίτι, γιατί θα νυχτώσει και δεν θα βλέπουμε να γυρίσουμε σπίτι. Έτσι ξεκίνησαν όλοι μαζί να χορεύουν και τα τραγουδάνε ώσπου κάποια στιγμή τα παιδιά συνειδητοποίησαν ότι είχε αρχίσει να νυχτώνει και μέχρι να πάνε σπίτι θα τους έπιανε το βράδυ. Έτσι φοβισμένο που ήταν το μικρότερο αγόρι άρχισε να κλαίει δυνατά με λυγμούς.

Ξαφνικά εμφανίστηκε από μακριά μία νεράιδα με μακριά ξανθά μαλλιά που φορούσε μία αστραφτερή γαλάζια τουτού μπαλαρίνας. Πλησίασε κοντά και τους είπε: «Άκουσα το κλάμα και ένιωσα ότι χρειάζεστε βοήθεια. Για να σας απαλύνω τον πόνο μπορώ να σας πραγματοποιήσω δυο ευχές που επιθυμείτε».

Όλοι μαζί συζήτησαν και αποφάσισαν ότι η μια ευχή θα ήταν να ανθίσουν πολλά λουλούδια λιβάδι και η άλλη να γύριζαν τα τρία παιδιά στο σπίτι τους. Η νεράιδα κούνησε το μαγικό ραβδί της και από το χώμα ξεπρόβαλαν εκατοντάδες χρωματιστά μπουμπούκια. Με το επόμενο κούνημα του ραβδιού της ένα εκτυφλωτικό φως ξύπνησε τα παιδιά και συνειδητοποίησαν ότι όλα αυτά δεν ήταν παρά ένα όνειρο.

Ομάδα Διαφορετικότητας ΔΗΠΕΘΕ – Ιστορία ΙΙΙ
Scroll to top